28.4.08

Πατρίδες, θρησκείες, οικογένειες κι εκλεκτικές συγγένειες

Ευτυχώς πέρασε κι αυτό το κακό. Ψήσαμε τ’αρνιά μας, πλέξαμε το εγκώμιο των πατροπαράδοτων εθίμων μας, αποφανθήκαμε συλλογικά και οπωσδήποτε μιντιακά ότι ο οβελίας είναι πιο σημαντικός από τις παντός είδους ανατιμήσεις που θα μας έβρουν την επαύριο της γιορτής και από το επικείμενο τσουνάμι της παγκόσμιας φτώχιας που έχει αρχίσει σιγά σιγά να μας πλησιάζει, ανταμώσαμε συγγενείς που μισούμε και είχαμε κανένα χρόνο να δούμε, αφού πρώτα νηστέψαμε και λίγο έτσι για το καλό. Γενικά «πολύ ωραία» περάσαμε και ευτυχώς το περάσαμε κι αυτό, άλλο κακό να μη μας βρει! Τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα...
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των ημερών, εκτός από την απίστευτη οπισθοδρομικότητα που μας χαρακτηρίζει και που βγαίνει και μας κάνει τζα με τον πιο τρομακτικό τρόπο στις τελετές και τις λατρείες και τις εθιμοτυπικές εκδηλώσεις μας, είναι η μετατροπή των σύγχρονων μίντια σε προνεωτερικές μορφές αυθεντίας. Είναι που οι δημοσιογράφοι παίρνουν άδεια κι έρχονται και κάνουν Ανάσταση στο Παρίσι; Είναι που πενθούν για τον κομαντάντε της ορθοδοξίας που τα κακάρωσε; Είναι που τους έχει κόψει η λόρδα από την πολλή νηστεία και θέλουν να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα για να πάνε να χλαπακιάσουν; Το μυστήριο δεν έχει λυθεί. Όποιος πάντως κάνει το απονενοημένο διάβημα και δει ειδήσεις τις μέρες του Πάσχα θα νομίζει σίγουρα ότι διακτινίστηκε και βρέθηκε ξαφνικά στη δεκαετία του 50, του 60 ή άντε, του 80. Σε καμία περίπτωση πάντως δε θα πιστέψει ότι βρίσκεται στο 2008. Ευτυχώς που το Πάσχα δεν πολυβλέπουμε ειδήσεις.
Για να ξεπλυθώ όμως εγώ από τον ορθοδοξο-παραδοσιακό οχετό που εκσφενδονίστηκε στα μούτρα μου όταν κάθισα να δω τα διάφορα ελληνικά δελτία που κυκλοφορούν στο Ίντερνετ τις προηγούμενες μέρες, πήρα σβάρνα τα ξένα μίντια και έπεσα πάνω στο ετήσιο δείπνο που παραθέτει μια φορά το χρόνο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στους δημοσιογράφους του Λευκού Οίκου. Λες τώρα που είναι Πάσχα, σκέφτηκα, να γίνει κανά θαύμα κι αντί για τον Bush να εμφανιστεί από μια μεριά η C.J. Cregg να προϋπαντήσει τους δημοσιογράφους και μετά να βγει κι ο President Bartlet να τους απευθύνει αγωνιστικό χαιρετισμό; Περίεργα παιχνίδια παίζει το ασυνείδητο στο μέσο αριστερό «σοφίστικέιτιντ» αμερικανοευρωπαίο...
Ο μόνος που εμφανίστηκε φυσικά ήταν ο Μπους. Με πιγκουίνικη ενδυμασία και περισσή καλή διάθεση, μεταπήδησε από το «σώμα του προέδρου» στο «σώμα του πολίτη» με τέτοια άνεση που θα εξέπληττε ακόμα και τον Kantorowicz, αστειεύτηκε με τους δημοσιογράφους, έσταξε και λίγο δηλητήριο για τους υποψήφιους συναδέλφους του, διεύθυνε και την ορχήστρα, ήπιε και την σαμπάνια του και πήγε ικανοποιημένος στην Κατοικία να κοιμηθεί. Η σκέψη ότι οι μέρες του πια είναι μετρημένες με έκανε σχεδόν να τον συμπαθήσω. Ξέρω τι σκέφτεστε: Μη χειρότερα! Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ και για να συνέλθω άνοιξα γρήγορα το site του Obama. Ας ξέρουμε καλύτερα τι μας περιμένει.
Και κάπως έτσι έπεσα πάνω στην εκπληκτική ομιλία που έδωσε ο Ομπάμα για τις φυλετικές διακρίσεις στις 18 Μαρτίου στη Φιλαδέλφια, μία ομιλία που όπως διάβασα αργότερα παρομοιάστηκε με ομιλίες του Κέννεντυ, του Ρούσβελτ και του Λίνκολν.
http://www.barackobama.com/tv/speeches.php

Κι όμως. Όσο κι αν διείσδυσα στην αμερικάνικη ιστορία, ομοιότητα του Ομπάμα με τον JFK και τον FDR δε βρήκα. Αντίθετα η αναδρομή στο Λίνκολν ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Ομπάμα είναι η μετενσάρκωση του Λίνκολν στη μοντέρνα εποχή. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στην αντίστοιχη ομιλία που έδωσε ο Λίνκολν στις 27 Φεβρουαρίου το 1860 στη Νέα Υόρκη, με θέμα τη συνταγματική κατοχύρωση ενάντια στη δουλεία για να πειστεί.
Οι ομοιότητες των δύο αντρών είναι εκπληκτικές. Κι οι δυο δικηγόροι από το Ιλλινόις. Κι οι δυό πολύ νέοι για να πάρουν το χρήσμα του προέδρου σύμφωνα με τα στάνταρ της εποχής. Ο Λίνκολν είχε κλείσει τα πενήντα πέντε, πέντε μόλις μέρες πριν την εν λόγω ομιλία, ο Ομπάμα τα σαράντα έξι όταν εκφώνησε τη δική του. Και οι δύο με μικρή πολιτική εμπειρία, και μόνο σε τοπικό επίπεδο, στο κράτος του Ιλλινόις – ο Λίνκολν δύο χρόνια στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Ομπάμα τέσσερα χρόνια γερουσιαστής. Και οι δύο διεκδικούν το εσωκομματικό χρήσμα απέναντι σε ένα γερουσιαστή της Νέας Υόρκης με σημαντικότερη φήμη και μεγαλύτερη πολιτική εμπειρία από τους ίδιους: Ο Λίνκολν απέναντι στον στον γερουσιαστή Γουίλιαμ Σέγουαρντ και ο Ομπάμα απέναντι στη Χίλαρυ Κλίντον. Επιπλέον, τόσο ο Λίνκολν όσο και ο Ομπάμα έγιναν γνωστοί από το γεγονός ότι αντιτάχτηκαν σε έναν αρχικά δημοφιλή πόλεμο: στον πόλεμο του Μεξικού ο Λίνκολν ενάντια στον πρόεδρο Πολκ , στον πόλεμο του Ιράκ ο Ομπάμα, ενάντια στον πρόεδρο Μπους.
Τέλος και οι δύο δέχτηκαν βαρύτατες κατηγορίες, με πιο καταστροφική την αμφισβήτηση της υπέρτατης αμερικάνικης αρετής, αυτής του πατριωτισμού. Ο Λίνκολν κατακρίθηκε έντονα για τη στήριξη που έδωσε στον Τζόν Μπράουν, που οργάνωσε την ένοπλη εξέγερση με στόχο την κατάργηση της δουλείας ενώ ο Ομπάμα κατηγορείται ακόμα (μέχρι και από το Μπους) ότι ακολουθεί τα διδάγματα του ιδιόρρυθμου παπά Τζερεμάια Ράιτ που ασκεί σφοδρή κριτική στις ΗΠΑ.
Το ερώτημα που γεννιέται τώρα αυτομάτως είναι το αν οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στον Λινκολν και τον Ομπάμα θα οδηγήσουν και σε συγγενείς πορείες. Ο αντιπατριώτης Λίνκολν είναι σήμερα η απόλυτη ενσάρκωση του αμερικάνικου πατριωτισμού. Θα είναι ο Ομπάμα μετά από εκατό χρόνια ότι είναι σήμερα για μας ο Λίνκολν; Κι αν ναι πως θα τον θυμόμαστε; Ως μιγά με μουσουλμανικό όνομα (Χουσείν); Ή ως τον πρώτο μαύρο πρόεδρο της Αμερικής;
Κράτησα δύο φράσεις από την ομιλία στη Φιλαδέλφια:
Η πρώτη είναι ένα προεκλογικό τέχνασμα που εκφράστηκε όμως με λινκολνική μετριοφροσύνη και κομψότητα:
«I have never been so naïve as to believe that we can get beyond our racial divisions in a single election cycle, or with a single candidacy – particularly a candidacy as imperfect as my own.»
Η δεύτερη είναι η μεγαλειώδης απάντηση του Ομπάμα στην τριπλή κατηγορία που δέχεται σχετικά με τις οικογενειακές τους καταβολές, τα θρησκευτικά του πιστεύω και τον πατριωτισμό του:
«I have brothers, sisters, nieces, nephews, uncles and cousins of every race and every hue, scattered across three continents, and for as long as I live, I will never forget that in no other country on earth is my story even possible».
Με άλλα λόγια:
Όσο εμείς ψήνουμε τα αρνιά μας άλλοι ζουν το
Αμέρικαν Ντριμ . –

buzz it!

1.11.07

Χρειαζόμαστε μία πέμπτη εξουσία;

Η εκκίνηση των διαδικασιών εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ ανέσυρε μαζί και ένα ζήτημα, για καιρό ξεχασμένο από τη δημόσια συζήτηση, σχετικά με το ρόλο των μίντια στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν την εκλογή αρχηγών και κυβερνήσεων. Ήδη με τη δημοσίευση των πρώτων γκάλοπ, την επομένη κιόλας των εκλογών, που έδιναν προβάδισμα στο Βενιζέλο έναντι του Παπανδρέου, άρχισαν να ψιθυρίζονται από στόμα σε στόμα εκφράσεις του τύπου «θα βγει αυτός που θέλει το Συγκρότητα (Λαμπράκη)» και «τα κανάλια βγάζουν κυβερνήσεις». Μια βδομάδα αργότερα, ελάχιστα λεπτά μετά το περιστατικό της ρίψης του καφέ στον Ε. Βενιζέλο, ο Στέφανος Τζουμάκας ξέσπασε σε ζωντανή μετάδοση σε δημοσιογράφο του ΜΕΓΚΑ (Ι. Χασαπόπουλο) κατηγορώντας δημόσια το Συγκρότημα Λαμπράκη για χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Και ενώ το περιστατικό δεν προβλήθηκε περαιτέρω από τα κανάλια, τις μέρες που ακολούθησαν γίναμε μάρτυρες της δημοσίευσης μιας σειράς άρθρων, από μεγάλα δημοσιογραφικά ονόματα, που έσπευδαν να απαντήσουν, άμεσα ή έμμεσα, στην κατηγορία του Τζουμάκα.
Το χορό έσυρε βέβαια το άρθρο του Πρετεντέρη «Η υποχρέωση της γνώμης», το οποίο ισχυρίζεται ότι οι δημοσιογράφοι και τα μίντια δεν έχουν απλά δικαίωμα αλλά υποχρέωση «να αξιολογούν πρόσωπα και πράγματα της πολιτικής σκηνής και να εκφράζουν άποψη για όσα συμβαίνουν. [...] Από αυτή την υποχρέωση της γνώμης δεν μπορούν να παραιτηθούν σε καμία περίπτωση και για καμία σκοπιμότητα, διότι τότε θα πάψουν να είναι εφημερίδες και δημοσιογράφοι». Η άποψη αυτή του Πρετεντέρη είναι εξόχως ρηξικέλευθη και εντυπωσιάζει όχι τόσο από το περιεχόμενό της αλλά κυρίως από το ίδιο το γεγονός της δημόσιας εκφοράς της.
Σε ένα πρόσφατο παρελθόν, τόσο πρόσφατο που σχεδόν δεν μπορούμε να το ορίσουμε, η δημοσιογραφική ηθική ήταν μία ηθική αντικειμενικότητας. Ο δημοσιογράφος όφειλε να είναι ανεξάρτητος, να εξετάζει τα διαφορετικά ενδεχόμενα και να τα παρουσιάζει στον αναγνώστη κρατώντας ίση απόσταση από τις εμπλεκόμενες πλευρές, τηρώντας τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα και χωρίς να εκφέρει τη δική του γνώμη, ή τη γνώμη κάποιας άλλης «ανώτερης δύναμης», που συχνά αποκαλούμε με τον όρο «συμφέροντα». Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι σε αυτό το πρόσφατο παρελθόν, τα μίντια ήταν πράγματι αντικειμενικά, και ότι οι δημοσιογράφοι δεν έλεγαν τη γνώμη τους (ή τη γνώμη κάποιων άλλων ανθρώπων που ίσως και να είχαν συμφέρον να προωθηθεί δημόσια η γνώμη τους), παρά ότι υποτάσσονταν στον ηθικό καταναγκασμό μιας έστω κατ’επίφαση αντικειμενικότητας, που σε καμία περίπτωση και με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να αμφισβητηθεί δημόσια. Με άλλα λόγια, για να πάρει κάποιος σοβαρά ένα κανάλι ή μία εφημερίδα, αυτά έπρεπε, όχι απαραίτητα να φέρουν, αλλά οπωσδήποτε να λένε ότι φέρουν τη βούλα της αντικειμενικότητας και της ανεξάρτητης και αδέσμευτης δημοσιογραφικής ηθικής. Διαφορετικά, στην περίπτωση που ένα κανάλι ή μία εφημερίδα δεν υιοθετεί τη βιτρίνα της αντικειμενικότητας παρά δηλώνει ρητά και ξεκάθαρα ότι εκφράζει μία πολιτική σκοπιμότητα (όπως π.χ. ο Ριζοσπάστης ή παλιότερα η Εξόρμηση), τότε αυτό δεν αναγνωρίζεται ως μέσο παρά ως όργανο, γεγονός που συνοδεύεται από την απαξίωση της δημοσιογραφικής δουλειάς του.
Αίτημα αντικειμενικότητας λοιπόν, και μάλιστα ισχυρό. Και ακόμα περισσότερο: Κανόνας αντικειμενικότητας και δημοσιογραφική νόρμα, η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται απώλεια κύρους και λοιπές ηθικές επιπτώσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της παραβίασης, πρέπει να ορίσουμε δύο επίπεδα: Το επίσημο και το ανεπίσημο. Ανεπίσημα ο κανόνας της αντικειμενικότητας παραβιάζεται συστηματικά από καταβολής μέσων, παραβίαση που δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ. Επίσημα όμως δεν πρέπει να φαίνεται ότι παραβιάζεται και αν αυτό συμβαίνει οι συνέπειες για το μέσο είναι ολέθριες (χάνει το κύρος του, πέφτει η κυκλοφορία του, κλείνει, αλλάζει χέρια ή συνεχίζει να υπάρχει αλλά έχοντας απωλέσει την ίδια τη φύση του ως μέσου). Άρα, παρατηρούμε ότι υπάρχει μία λεπτή γραμμή, που χωρίζει σαν σύνορο, το ψιθύρισμα της φράσης «τα κανάλια βγάζουν κυβερνήσεις» μεταξύ φίλων στο δρόμο ή στο καφενείο και τη δημόσια καταγγελία του Τζουμάκα «το Συγκρότημά σας χειραγωγεί την κοινή γνώμη». Στην πρώτη περίπτωση αυτοί που λένε αυτή τη φράση συμβάλλουν απλά στην κυκλοφορία ενός κουτσομπολιού ήδη γνωστού σε όλους. Στη δεύτερη, περίπτωση, το άτομο που τη λέει μετατρέπει ένα κουτσομπολιό σε δημόσια γνώση που παίρνει τη μορφή καταγγελίας και αναγκάζει τους εμπλεκόμενους να δικαιολογήσουν τη θέση τους και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Δε θα ήταν ίσως άστοχο να πούμε ότι ο κανόνας της αντικειμενικότητας είναι τόσο πρωταρχικός και δομικός για τη φύση των μέσων όσο και ο κανόνας της εξωγαμίας (ή της απαγόρευσης της αιμομιξίας) στις ανθρώπινες κοινωνίες. Η απαγόρευση της αιμομιξίας, κανόνας παγκόσμιας ισχύος και εμβέλειας, καταπατάται συστηματικά αλλά ποτέ επίσημα. Ο κορυφαίος ανθρωπολόγος Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι, όταν μελετούσε την κοινωνία των Τροβριανδών στη χώρα των Παπούα στη Νέα Γουϊνέα, έγινε μάρτυρας του εξής περιστατικού: Ένας νεαρός Τροβριανδός διατηρεί ερωτικές σχέσεις με την ξαδέρφη από τη μεριά της μητέρας του. Το γεγονός είναι γνωστό από όλους στην κοινότητα και φυσικά επικρίνεται ψιθυριστά από στόμα σε στόμα χωρίς ωστόσο να αλλάζει τίποτα, ως τη στιγμή που ένας άλλος νεαρός, που είναι ερωτευμένος με την κοπέλα, κατηγορεί το ζευγάρι μπροστά σε όλη την κοινότητα για αιμομιξία. Η δημόσια αυτή καταγγελία ωθεί την επόμενη μέρα το νεαρό που έχει διαπράξει την αιμομιξία να αυτοκτονήσει μπροστά στα μάτια όλης της κοινότητας πέφτωντας στο κενό.
Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο εγγράφεται και το πρόσφατο περιστατικό των ερωτευμένων εξαδέφων στην Ιεράπετρα που αποφάσισαν να βάλουν τέλος στη ζωή τους πριν από δύο μέρες: Η 17χρονη κοπέλα και ο 24χρονος ξάδερφός της διατηρούσαν εδώ και καιρό ερωτική σχέση, γεγονός που ήταν γνωστό στους φίλους του ζευγαριού. Μόλις το ζευγάρι εξέφρασε την απόφαση να παντρευτεί, δηλαδή να επισφραγίσει δημόσια και επίσημα το δεσμό του, οι οικογένειες τους τους το απαγόρευσαν ντροπιασμένοι. Τα ξαδέρφια μπορεί να μην αυτοκτόνησαν, όπως στην περίπτωση του Τροβριανδού, από ντροπή, η πράξη τους όμως καταδεικνύει ότι συμβιβάστηκαν με την απαγόρευση της αιμομιξίας και αναγνώρισαν ότι το πέρασμα από το ανεπίσημο στο επίσημο ήταν ανέφικτο. Και στις δύο περιπτώσεις οι αυτοκτονίες των εμπλεκόμενων βοήθησαν στην αποκατάσταση της τάξης της κοινότητας που είχε διαταραχτεί με τη δημοσιοποίηση της παρανομίας.
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι η παραβίαση του κανόνα δεν έχει επιπτώσεις για τους καταπατητές του παρά μόνο στην περίπτωση που κάποιος τους καταγγείλει δημόσια. Αλλά για να ξαναγυρίσουμε στα μίντια, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την ιστορία δεν είναι η στιγμή της καταγγελίας (η δήλωση του Τζουμάκα) αλλά η στιγμή της ανάληψης της ευθύνης (άρθρο Πρετεντέρη) που στοχεύει στην αποκατάσταση της τάξης.
Ο Πρετεντέρης όχι μόνο δεν «αυτοκτονεί» από ντροπή, αλλά, χωρίς καν να αρνηθεί την παραβίαση του κανόνα της αντικειμενικότητας, παρουσιάζει δημόσια μία καινούρια δημοσιογραφική ηθική, κύριος άξονας της οποίας, είναι η γνώμη. Σύμφωνα με αυτή τη νέα ηθική, ο δημοσιογράφος δεν είναι απλός και αντικειμενικός διαμεσολαβητής της είδησης αλλά ένα είδος κριτικού σχολιαστή, άρα ένα είδος αυθεντίας, ο οποίος φροντίζει να δώσει στον ακροατή, τον τηλεθεατή ή τον αναγνώστη την είδηση μαζί με το σχόλιο της και μαζί με μία γνώμη πάνω στο θέμα της, και πολύ συχνά, μόνο το σχόλιο και τη γνώμη χωρίς την είδηση. Χαρακτηριστικό δείγμα της νέας αυτής κατάστασης είναι το βραδινό δελτίο του MEGA, στο οποίο αφού η παρουσιάστρια καλησπερίσει τους τηλεθεατές, αντί να αρχίσει μία καταγραφή της επικαιρότητας, ανακοινώνει ένα προς συζήτηση θέμα και το κουβεντιάζει με άλλους δημοσιογράφους – συζητητές.
Το ερώτημα τώρα που προκύπτει από αυτή τη νέα κατάσταση, η οποία όχι μόνο συμβαίνει, αλλά μετά το άρθρο του Πρετεντέρη και την παντελή απουσία κριτικής πάνω σε αυτό είναι και κατοχυρωμένη, είναι εκ νέου το πρωταρχικό ερώτημα του ρόλου των μίντια.
Στους διανοητές του φιλελευθερισμού (από το Λοκ μέχρι τον Μοντεσκιέ), οι ατομικές μας ελευθερίες δεν είναι εγγυημένες παρά μόνο στη βάση του αμοιβαίου ελέγχου ανάμεσα στις τρεις εξουσίες, την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική. Από κάποια στιγμή και μετά (θα λέγαμε ότι ίσως αυτή η στιγμή είναι η υπόθεση Ντρέυφους) προστέθηκε και μία τέταρτη εξουσία, αυτή των μίντια. Απαραίτητη προϋπόθεση της δυνατότητας ελέγχου των τριών εξουσιών από τα μίντια είναι βέβαια η αντικειμενικότητα αλλά και ο έλεγχος των μίντια από τις άλλες τρεις εξουσίες.
Έχω ωστόσο την αίσθηση τον τελευταίο καιρό, ότι η εξουσία των μίντια αυξάνει ενώ ο έλεγχος και η κριτική που ασκείται από τις άλλες εξουσίες ή από τους ίδιους τους πολίτες πάνω σε αυτά μειώνεται. Και μπορεί, ο Πρετεντέρης, η Τρέμη κι ο Τσίμας να μη μας δίνουν τη γνώμη κάποιων «συμφερόντων», παρά απλά και μόνο, όπως λένε, τη δική τους γνώμη, πότε όμως κάποιος από μας τη ζήτησε; Και από που εν πάσει περιπτώσει αντλούν όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι την αυθεντία τους;
Τελικά βρισκόμαστε σήμερα πολύ μακριά από την εποχή που ο κοινωνιολόγος Gabriel Tarde, το 1913 καθησύχαζε, λέγοντας ότι η πολιτική λειτουργία των μίντια είναι απλά και μόνο το να μας συγχρονίσουν και να ωθήσουν την ίδια στιγμή μία μάζα ατόμων που δε γνωρίζονται μεταξύ τους και που δε θα συναντηθούν ποτέ, να ενδιαφερθούν μαζικά για ένα γεγονός, κινητοποιημένοι από τη γνώση ότι αυτό το γεγονός ενδιαφέρει και άλλους. Πολύ μακριά επίσης και από την εποχή που οι αμερικάνοι κοινωνιολόγοι Mc Combs και Shaw, ξανάπιασαν το 1970 την ιδέα του Tarde, λέγοντας πως τα μέσα δεν μας λένε «τι πρέπει να σκεφτούμε αλλά πάνω σε τι πρέπει να σκεφτούμε».
Εμείς μάλλον θα πρέπει να ξαναπιάσουμε σοβάρα την ιδέα του Πρετεντέρη, που αναγνωρίζει αυτόβουλα στον εαυτό του και στον εαυτό των συναδέλφων του την υποχρέωση (!) να έχει γνώμη επί παντός επί στητού και να τη λέει δημόσια, χωρίς κανένας να τον ελέγχει και χωρίς καμία δημόσια καταγγελία να τον αγγίζει, και να σκεφτούμε, ως πολίτες με ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα, αν τελικά αυτά είναι τα μίντια που θέλουμε να έχουμε. Μήπως επιτέλους χρειαζόμαστε μία πέμπτη εξουσία;
Μην πάτε μακριά. Στα μπλογκ αναφέρομαι.


Υ.Γ. Ευχαριστώ για τα μηνύματά σας όλον αυτό το μήνα που, λόγω φόρτου εργασίας, το σημείο βρασμού είχε πέσει σε μια μικρή φθινοπωρινή νάρκη. Το μπλογκ συνεχίζεται κανονικά, με πάσα τιμή και χωρίς επίφυλαξη.

buzz it!

19.9.07

Η πολιτική συνεχίζεται

Οι παρακολουθήσεις των τηλεφώνων πολιτών και του πρωθυπουργού, οι μαζικές προσλήψεις «γαλάζιων παιδιών», οι απαγωγές των Πακιστανών, το σκάνδαλο των «κουμπάρων», το φοιτητικό κίνημα και η χωρίς προηγούμενο καταστολή του, η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και το σκάνδαλο των ομολόγων, η πτώση του σινούκ με τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, το ναυάγιο της Σαντορίνης, οι πυρκαγιές που κατέκαψαν τη χώρα και τους ανθρώπους της, το σκάναδαλο των πανελλαδικών με τη δημοσίευση λαθεμένων βάσεων, αλλά κυρίως η αλαζονεία της εξουσίας και η παντελής άρνηση ανάληψης ευθυνών, δεν άρκεσαν για να ξυπνήσουμε τη 17η του Σεπτέμβρη με νέα κυβέρνηση. Η Νέα Δημοκρατία, αν και εμφανώς εξασθενημένη, εξήλθε, έστω κι οριακά, αυτοδύναμη από την εκλογική αναμέτρηση.
Οι μεγάλοι νικητές είναι αναμφισβήτητα τα «μικρά κόμματα», και κυρίως οι δυνάμεις της Αριστεράς που, μακριά από την εξουσία και τα δεινά της, αποτέλεσαν τον αμόλυντο εκείνο δίαυλο όπου μπόρεσε να διοχετευτεί η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος, όχι μόνο απέναντι στην πρόσφατη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αλλά και στην «εναλλακτική» πρόταση του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Βουλή, πεντακομματική, πολυμορφική, πολυσυλλεκτική και πολυφωνική, εμφανίζεται ταυτόχρονα και πιο πολιτικοποιημένη: Πλήθος celebrities έμειναν εκτός, ενώ εξελέγησαν για πρώτη φορά στρατευμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες όπως ο Περικλής Κοροβέσης, ο Γρηγόρης Ψαριανός και η Εύα Μελά, οι οποίοι θα έχουν την ευκαιρία να αντιπα- ρατεθούν ιδεολογικά με τους βουλευτές της ακροδεξιάς που διέβηκαν με τη σειρά τους για πρώτη φορά το κοινοβουλευτικό κατώφλι. Μεγάλος χαμένος των εκλογών το ΠΑΣΟΚ, που άγγιξε το ιστορικό χαμηλό του από τη δεκαετία του ’80, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλος κερδισμένος της τηλεοπτικής προβολής, μιας και το εκλογικό αποτέλεσμα έφερε μαζί του σενάρια διαδοχής, τα οποία με τη σειρά τους έφεραν την τηλεθέαση.
Και ενώ συνήθως το πέρας των εκλογών σηματοδοτεί το τέλος μίας έντονα πολιτικής περιόδου, οι φετεινές εκλογές πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Η πολιτική αντιπαράθεση συνεχίζεται τώρα πιο έντονη από ποτέ, είτε ως δέσμευση μιας Αριστεράς που γνωρίζει καλά ότι πρέπει να προσπαθήσει πολύ για να βγάλει ασπροπρόσωπη τη μεγαλύτερη μερίδα των ψηφοφόρων της που συγκυριακά της έδωσε μία ευκαιρία, είτε ως εσωκομματικός αναστοχασμός ενός ΠΑΣΟΚ που ξέρει πως όταν κάποιος πέφτει τόσο χαμηλά το μόνο που του μένει πια να κάνει είναι να βάλει δύναμη και να σηκωθεί πάνω. Το τι θα γίνει στη συνέχεια θα το δούμε προσεχώς. Όπως έγραφε εξάλλου και ο φιλόσοφος Claude Lefort, όσο η δημοκρατική περιπέτεια συνεχίζεται και οι όροι της πολιτικής αντιπαράθεσης μετατίθενται, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι γι’αυτό που θα επακολουθήσει. Μπορούμε ωστόσο να καυχηθούμε ότι ζούμε σε μία κοινωνία δημοκρατική, μία κοινωνία με Ιστορία, που, σε αντίθεση με την ανιστορική κοινωνία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που προωθούν πάση θυσία την ομοιογένεια και την ομοιομορφία, η δική μας κοινωνία εγκολπώνει και διαφυλάσσει, όχι μόνο τη διαφορετικότητα αλλά και την αναποφασιστικότητα των πολιτών της. Όπως κατέδειξαν οι προχθεσινές εκλογές, χάρη στους αναποφάσιστούς μας η πολιτική όχι μόνο συνεχίζεται αλλά και αναβαθμίζεται.

buzz it!

11.9.07

Μια αφήγηση για το ντιμπέιτ ή ο θρίαμβος του πολιτισμού

Χωρίς να διαφέρει ουσιαστικά από τις τηλεοπτικές αναμετρήσεις των προηγούμενων εκλογικών περιόδων, το ντιμπέιτ της Πέμπτης αποδείχτηκε μία εμπειρία άκρως διασκεδαστική. Οι κομματικοί αρχηγοί επιστράτευσαν και εξάντλησαν τα αποθέματα σοβαροφάνειας που νομίζουν πως απαιτεί ο αρχηγικός τους ρόλος, οι δημοσιογράφοι επιδόθηκαν με μανία στο προσφιλές τους άθλημα να παράγουν αξιολογικές κρίσεις και οι τηλεθεατές απόλαυσαν μία χωρίς πολλές εκπλήξεις και ειδικά εφέ αλλά καλοστημένη και χορταστική παράσταση. Ποιός κέρδισε; Ποιός έχασε; Και τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε τώρα με την απόσταση ασφαλείας που μας δίνουν οι μέρες που μεσολάβησαν;
Τη μερίδα του λέοντος σε αυτή την ιστορία κατέχουν αναμφισβήτητα τα μίντια και οι δημοσιογράφοι, που κλήθηκαν να παίξουν τον κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο της οργάνωσης αλλά και της αξιολόγησης του ντιμπέιτ, εμφυσώντας του ουσιαστικά, με τις δημοσιογραφικές τους ετυμηγορίες, το χαμένο του νόημα. Ήδη με τη λήξη της εκπομπής είχαν στηθεί πολυπληθή πάνελ σε όλα τα κανάλια, αποτελούμενα από πολιτικούς, ειδικούς αναλυτές και κυρίως δημοσιογράφους, που προσπαθούσαν να εξηγήσουν τα σημεία και τα κρυμμένα νοήματα στα λεγόμενα και τις κινήσεις των αρχηγών. Άμεσες αντιδράσεις τηλεθεατών δεν υπήρχαν, όπως συνέβη, παραδείγματος χάρη, στο πρόσφατο ντιμπέιτ Σαρκοζύ-Ρουαγιάλ, όπου ο καθένας μπορούσε να δημοσιεύει το σχόλιο του και να ψηφίζει στο Ίντερνετ για τον υποψήφιο με τις καλύτερες εντυπώσεις, ενώ η τηλεοπτική αντιπαράθεση ήταν ακόμα στον αέρα. Ως εκ τούτου, τα πρώτα σχόλια για τους κερδισμένους και τους χαμένους του ελληνικού ντιμπέιτ έγιναν από τα μίντια. Οι τηλεθεατές, ακόμα κι αν είχαν διαμορφώσει ιδία άποψη για τους κομματικούς αρχηγούς, ήταν αναγκασμένοι να τη φιλτράρουν μέσα από τη «δημοσιογραφική γραμμή».
Η απουσία άμεσων αντιδράσεων από τους ίδιους τους εκλογείς, είχε εξ΄άλλου ως αποτέλεσμα και την παραγωγή μίας ομογενοποιημένης εν πολλοίς δημοσιογραφικής ετυμηγορίας. Τα συμπεράσματα που βγήκαν τηλεοπτικά και διαχύθηκαν εν συνεχεία σε όλα τα οπτικοακουστικά μέσα ήταν συνοπτικά τα εξής: Ο Καραμανλής ήταν «μουδιασμένος» και «έχασε έδαφος», ο Παπανδρέου ήταν «επιθετικός» και «κέρδισε έδαφος», ο Αλαβάνος ήταν «άνετος, σίγουρος» και «κέρδισε τις εντυπώσεις» και ο Καρατζαφέρης «δημαγώγησε» αρκούντως ωστέ να μπει στη Βουλή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένας δημοσιογράφος in vitro ή in papyrο δε βρέθηκε να αμφισβητήσει τα εν λόγω συμπεράσματα, αποκλίνοντας δραματικά από αυτή τη «γραμμή», λέγοντας, για παράδειγμα, ότι ο Καραμανλής ήταν ο καλύτερος και ότι κερδίζει άνετα τις εκλογές ή ότι ο Παπανδρέου ήταν ο μεγάλος χαμένος του ντιμπέιτ. Έτσι, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της επομένης, ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό τόνιζαν [«Ναυάγιο Καραμανλή σε ντιμπέιτ μονολόγων» (ΤΑ ΝΕΑ), «Εικονομαχία με άσφαιρο Καραμανλή» (Ελευθεροτυπία)] ή συγκάλυπταν [«Αυτοδυναμία ή νέες εκλογές» (Καθημερινή), «Καθαρή εντολή ζήτησε ο Καραμανλής» (Ελεύθερος Τύπος)] τη δυσμενή θέση του πρωθυπουργού που μέχρι πριν από λίγες βδομάδες φαινόταν ότι θα κέρδιζε άνετα τις εκλογές.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αξία της δημοσιογραφικής αξιολογικής αφήγησης του ντιμπέιτ. Όπως πολύ ωραία έδειξε ο Paul Ricoeur (ένας από τους ελάχιστους φιλοσόφους που ενδιαφέρθηκε πραγματικά για τους εξαναγκασμούς που συναντά ο επαγγελματίας ιστορικός), «κάθε γεγονός που έχει πετύχει να φτάσει σε μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αφήγησή του, δηλαδή, με την ερμηνεία που του δίνεται εν τη γεννέση του και με το σύνολο της ερμηνευτικής δουλειάς που μεσολαβεί μέχρι να φτάσει στ’αυτιά μας ως Γεγονός». Αυτή η θέση δεν πρέπει να θεωρηθεί στρουκτουραλιστική: Ο Ricoeur δε θεωρεί ότι το γεγονός είναι εξ’ολοκλήρου κατασκευασμένο από τα σχόλια και τις αφηγήσεις που παράγονται γύρω του, αφού συνέβη πραγματικά και μάλιστα πολύ πριν ξεκινήσουμε να το αφηγούμαστε. Η αξία της θέσης του Ricoeur έγκειται στο ότι μας υποδεικνύει την ανάγκη να σκεφτούμε ότι το ντιμπέιτ της Πέμπτης, παραδείγματος χάρη, δε μας έδωσε από μόνο του το νόημά του, παρά ότι το νόημά του παράχθηκε εκ των υστέρων, χάρη κυρίως σε μία σειρά πολλαπλών μιντιακών αφηγήσεων και δημοσιογραφικών αξιολογικών κρίσεων.
Ωστόσο, κατά πόσο θα ήταν δυνατή η ανακήρυξη των «νικητών και των χαμένων» μιας τόσο άρτια δομημένης τηλεοπτικής «αναμέτρησης» χωρίς τη βοήθεια των δημοσιογράφων σε ρόλο κριτών; Είναι αλήθεια ότι το ντιμπέιτ έβριθε από κανόνες και ρυθμίσεις και όριζε το χρόνο και τον τρόπο ομιλίας των συμμετεχόντων σε τέτοιο βαθμό που ακυρωνόταν τελικά ο ίδιος ο στόχος της αντιπαράθεσης αφού οι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπόρεσαν καμία στιγμή να αντιπαρατεθούν ουσιαστικά μεταξύ τους. Μπορεί ο Παπανδρέου ή ο Αλαβάνος να υπήρξαν επιθετικοί απέναντι στον Καραμανλή, ωστόσο αυτός δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να τους απαντήσει άμεσα, και όταν κάποιος από τους κομματικούς αρχηγούς εκμεταλλευόταν, όταν έφτανε η σειρά του, τον τηλεοπτικό χρόνο που του αντιστοιχούσε για να σχολιάσει μία άποψη που ακούστηκε εις βάρος του από κάποιον άλλο υποψήφιο, οι δημοσιογράφοι τον εγκαλούσαν στην τάξη.
Τι σημαίνει ντιμπέιτ χωρίς άμεση πολιτική αντιπαράθεση; Η προσπάθεια αυτή της ειρηνοποίησης πάση θυσία της τηλεοπτικής αναμέτρησης μπορεί να εξηγηθεί με βάση την ανάλυση του Νόρμπερτ Ελίας και του Ερικ Ντάνινγκ για τα μοντέρνα σπορ. Τα σπορ είναι, σύμωνα με αυτούς, ένα πεδίο αντιπαράθεσης μέσα στο οποίο κάποιοι μηχανισμοί επιτρέπουν το ξέσπασμα και την απελευθέρωση των επιθετικών μας ορμών – ορμές τις οποίες τον περισσότερο χρόνο οφείλουμε να ελέγχουμε, όπως υποχρεώνει η εξέλιξη του πολιτισμού μας (ο οποίος βρίσκει την ύψιστη έκφρασή του στο μονοπώλιο της φυσικής νόμιμης βίας από το κράτος). Όπως δείχνει ο Ελίας, ακόμα και αυτός ο χώρος του ξεσπάσματος υπόκειται σε μία πολιτισμική διαδικασία. Τα μοντέρνα αθλήματα, από τη γέννησή τους στα τέλη του 19ου αιώνα δε σταμάτησαν να εξελίσσονται και να γίνονται περισσότερο κωδικοποιημένα και με περισσότερους κανόνες, απαγορεύοντας ολοένα και πιο δραστικά τα χτυπήματα που κρίνονται «αντικανονικά», εκείνα δηλαδή, που προσβάλουν την αυστηρή ισότητα ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους ή που ενθαρρύνουν, κυρίως στα αθλήματα μάχης όπου υπάρχει σωματική επαφή, μία πρωτόγονη και ανεξέλεγκτη άσκηση βίας.
Συνολικά, το ντιμπέιτ που παρακολουθήσαμε ήταν μία στιγμή πολιτισμού και το ίδιο: η βία ήταν παρούσα, εγγεγραμμένη μάλιστα στην ίδια την αρχή της δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά ήταν βία μόνο κατ’ευφημισμόν, ελεγχόμενη και κανονικοποιημένη στο έπακρο. Όπως στα μοντέρνα σπορ, μία σειρά τεχνικών μηχανισμών και κανόνων (χρονόμετρο, συγκεκριμένος χρόνος ομιλίας, παρουσία δημοσιογράφων – διαιτητών, απαγόρευση να βλέπουν ή να ακούν κάτι άλλο οι πολιτικοί τη στιγμή που βρίσκονται στον αέρα) βοηθούσαν τους «ανταγωνιζόμενους» να διατηρήσουν τη μάχη σε μία πολιτισμένη και οργανωμένη μορφή, αφήνοντας τους αντιπάλους τους να εκφράζονται χωρίς να τους διακόπτουν, επιχειρηματολογώντας συνήθως με μεγάλη γενικότητα και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις επιτιθέμενοι κατά μέτωπο στους άλλους κομματικούς αρχηγούς.
Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τη δημοσιογραφική αφήγηση του ντιμπέιτ θα δούμε ότι νικητές ανακυρήχτηκαν τελικά εκείνοι που απελευθέρωσαν την επιθετική τους ορμή περισσότερο από αυτό που τους επέτρεπε το ασφικτικό πλαίσιο των κανόνων της αντιπαράθεσης ενώ χαμένοι εκείνοι που διατήρησαν χαμηλούς και απολογιτικούς τόνους και που δεν εκμεταλλεύτηκαν την αδύναμη στιγμή του αντιπάλου τους αποτυγχάνοντας να φτάσουν «σε βάθος».

buzz it!

2.9.07

Οι Τειρεσίες της πολιτικής

Η τραγική συγκυρία των πυρκαγιών δεν άφησε φέτος μεγάλο χώρο στην έτσι κι αλλιώς κουτσουρεμένη προεκλογική περίοδο. Χωρίς καλά καλά να καταλάβουμε την έναρξή της βρεθήκαμε ήδη να διανύουμε το τελευταίο της δεκαπενθήμερο, κατά τη διάρκεια του οποίου απαγορεύεται κάθε δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων για την πρόθεση ψήφου των εκλογέων. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πράγματα τα οποία μπορούμε να παρατηρήσουμε και οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη σε σχέση με τις δημοσκοπήσεις που μας παρουσιάστηκαν τις τελευταίες ημέρες, ανάμεσα στα τελευταία καλοκαιρινά μπάνια και τους τηλεμαραθώνιους για τις καταστροφικές πυρκαγιές.
Πρώτα πρώτα, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις έγιναν για λογαριασμό τηλεοπτικών σταθμών (MRB - Alpha, VPRC - Σκάι, GPO - Mega) και λιγότερο για λογαριασμό εφημερίδων, με αποτέλεσμα να μεταδοθούν τηλεοπτικά και με τρόπο ιδιαιτέρως ελλειπή και πολύ συχνά ασαφή. Ήδη το γεγονός ότι πολλές φορές η ίδια δημοσκόπηση φιλοξενούσε ερωτήσεις, εκτός από την πρόθεση ψήφου των εκλογέων, και για τη γενικότερη στάση των κομμάτων και της κυβέρνησης απέναντι στις πυρκαγιές, μπέρδευε εξ’αρχής τα πράγματα. Στην προσπάθειά τους να σεβαστούν τον τηλεοπτικό χρόνο, όλα ανεξαιρέτως τα κανάλια που παρουσίαζαν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεών τους, αναγκάζονταν να περιοριστούν στην αναγγελία των βασικών αποτελεσμάτων (ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων) με αποτέλεσμα να παραλέιπουν συστηματικά να δώσουν σαφείς πληροφορίες για το δείγμα των ερωτηθέντων (φύλο, ηλικία, γεωγραφική περιοχή), τον τρόπο της συλλογής στοιχείων (τηλεφωνικά ή δια ζώσης, συνέντευξη ή ερωτηματολόγιο), και την κατηγοριοποίηση των δεδομένων (τη συνοπτική καταχώρηση των απαντήσεων σε ομάδες).
Είναι αλήθεια ότι η πρακτική των δημοσκοπήσεων που έχει πια καθιερωθεί και αναμένεται με αγωνία σε όλες τις προεκλογικές περιόδους θέτει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Από τη διατύπωση των ερωτήσεων μέχρι την επεξεργασία και την παρουσίαση των απαντήσεων, η δουλειά των δημοσκόπων περιλαμβάνει πολλά κρίσιμα στάδια, τα οποία τις περισσότερες φορές αγνοούνται από τον τελικό τους αποδέκτη, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τους αποδίδει μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν πραγματικά. Έτσι, πολύ συχνά, όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια δημοσκόπηση ξεχνάμε ότι δεν πρόκεται για μία αλάθητη επιστημονική πρόβλεψη, παρά για μία διαδικασία κατά την οποία κάποιοι άνθρωποι καλούνται να απαντήσουν τηλεφωνικά, κατά τη βούλησή τους, και χωρίς καμία υποχρέωση αλήθειας ή κύρωση ψεύδους, σε μία σειρά από ερωτήματα, τα οποία πολλές φορές δεν έχουν θέσει καν οι ίδιοι στον εαυτό τους, και στα οποία όμως απαντούν παρ’όλα αυτά. Με άλλα λόγια, οι απαντήσεις που δίνει κάποιος σε μία άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο μπορεί να είναι αληθείς όσο μπορεί να είναι και ψευδείς, κατασκευασμένες, παραπλανητικές και διεκπεραιωτικές. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που θέλουμε να είμαστε καλοπροαίρετοι και να πιστέψουμε στις απαντήσεις των ερωτηθέντων, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η πρόθεση ψήφου που οι ίδιοι αναγγέλουν δεν αφορά την ώρα της κάλπης, παρά εκείνη ακριβώς τη στιγμή της ερώτησης.
Σε ένα άρθρο που τιτλοφορείται «Ο Τειρεσίας ή η γνώση μας πάνω στα μελλοντικά γεγονότα», ο κοινωνιολόγος Alfred Schütz (1899-1959) υπογράμμιζε ότι, για μας τους κοινούς θνητούς, σε αντίθεση με κάποια θεϊκή ή μυθική οντότητα όπως ο Τειρεσίας, η γλώσσα του ρίσκου και της τύχης είναι η μόνη που ταιριάζει στη δυνατότητά μας να «βλέπουμε» το μέλλον. Συγκεκριμένα σημειώνει: «Για την τρέχουσα καθημερινή σκέψη, όλες οι προβλέψεις γίνονται modo potentiali με όρους τύχης. Λέμε ότι «το τάδε πράγμα» είναι προφανές ή πιθανό να γίνει ή ότι μπορούμε να υποθέσουμε με το μυαλό μας ή να φανταστούμε ότι «το τάδε πράγμα» θα συμβεί. Μόνο λοιπόν με όρους τύχης μπορούν οι προβλέψεις να αναφέρονται στην τυπικότητα των μελλόντων συμβάντων». Το μεγάλο, τώρα, διανοητικό λάθος είναι ότι πολλές φορές ξεχνάμε αυτή την πραγματικότητα και επεξεργαζόμαστε «αυτό που έχει πιθανότητα να συμβεί» σαν κάτι που έχει ήδη συμβεί. Και όταν γίνεται αυτού του είδους η σύγχηση, μπορεί να ακυρωθεί η ίδια η δυνατότητα της πολιτικής, δηλαδή η ίδια η δυνατότητα μιας συλλογικής δράσης, ικανής να αλλάξει τον ρου των πραγμάτων.
Κοινώς, επειδή οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις προβλέπουν νίκη της ΝΔ στις επερχόμενες εκλογές δε σημαίνει ότι η ΝΔ ήδη κέρδισε. Μία δημοσκόπηση «απειλεί» το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο στο βαθμό που αφήνουμε τον εαυτό μας να πιστέψει ότι αυτό που μας περιγράφει θα συμβεί πραγματικά. Το λάθος κατά συνέπεια είναι δικό μας. Οφείλουμε να θυμόμαστε συνέχεια, ότι η αδυναμία των δημοσκοπήσεων να προβλέψουν το μέλλον είναι απόλυτη, όχι εξαιτίας της μεθόδου τους, ούτε εξαιτίας της απουσίας της εγκυρότητάς τους, παρά κυρίως εξαιτίας της ίδιας της φύσης του θεμελιώδους αυτού φαινομένου που αποκαλούμε «χρόνο» - φαινόμενο που συνεπάγεται εξ’ορισμού ότι το παρόν δεν μπορεί να είναι το μέλλον και το μέλλον δεν μπορεί να είναι το παρόν.
Το ενδιαφέρον των δημοσκοπήσεων δεν μπορεί να είναι το ότι μας επιτρέπουν να βλέπουμε το μέλλον όπως ο Τειρεσίας, δηλαδή σαν να είναι ήδη παρόν. Το ένα και μοναδικό τους ενδιαφέρον είναι το ότι μας βοηθούν να προβλέψουμε το μέλλον, σαν απλοί θνητοί που είμαστε, με όρους τύχης και ρίσκου. Αναγκαίο βέβαια είναι, να δράσουμε πολιτικά, και μάλιστα συλλογικά, έτσι ώστε αυτό που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις είναι σήμερα πιθανό να συμβεί, να μη συμβεί πραγματικά την ημέρα των εκλογών.

buzz it!

28.8.07

Πεθαίνω σαν χώρα


"Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τά'φαγε. Ναι, την μισώ, την μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου'ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να'μαι. Μια γυναίκα... δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της... που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα... ζώντας απ'αυτά. Εγώ δεν θέλω να'μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δεν θέλω να είμ' αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θά 'θελα να ζήσω, θά 'θελα να μπορούσα να ζήσω, θά 'μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω... όμως αυτή η χώρα δεν μ'αφήνει να το θέλω, δεν μ'αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω την ζωή."

buzz it!

30.7.07

Εμπειρίες... (Είμαστε όλοι ιδιοκτήτες)

Ο απολογισμός του φετινού καλοκαιριού είναι βαθιά αποκαρδιωτικός. Τέλη Ιουλίου και ήδη μετράμε πάνω από 900.000 στρέμματα καμένης γης, εκατό καμένα σπίτια, δέκα νεκρούς, ενώ κάθε μέρα κάνουν την εμφάνισή τους και εκατό νέα πύρινα μέτωπα. Νούμερα εξαιρετικά ακόμα και για μία χώρα που έμαθε τόσα χρόνια να ζει με τις πυρκαγιές της, να ζει άπο τις πυρκαγιές της.
Όλον αυτό τον καιρό που το θέμα των πυρκαγιών έχει αγκυροβολήσει για τα καλά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, γυρίζει συνέχεια στο μυαλό μου η φράση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στη συνέντευξη που είχε δώσει τον περασμένο Φεβρουάριο στο Β. Χιώτη και είχε δημοσιευτεί στο Κυριακάτικο Βήμα. «Η άποψη άπαξ δάσος εσαεί δάσος είναι τελείως εσφαλμένη και από πλευράς πραγματικότητας και από πλευράς νομικής», έλεγε ο επίτιμος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με αφορμή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 24. «Το τι είναι δάσος θα το αποφασίσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να κρεμαστούμε από τις αεροφωτογραφίες μιας οποιασδήποτε εποχής.» Και συνεχίζε: «Είναι παράλογο αυτό που ισχύει ότι ό,τι δεν είναι γεωργική γη είναι δασική έκταση, ακόμα και αν δεν είναι δάσος. Αυτό είναι το 49% της ελληνικής γης. Πολύ περισσότερο αφού ο χαρακτηρισμός δασική έκταση σημαίνει τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, άρα στέρηση της ιδιοκτησίας. Η μισή ελληνική γη είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Αυτό δεν αντέχεται, προπαντός σήμερα που ο κυριότερος πλούτος που μας απέμεινε είναι η ελληνική γη.»
Τόσον καιρό ήθελα να πιστεύω ότι αυτό που πραγματικά δεν αντέχεται είναι οι δηλώσεις τέτοιου τύπου και μάλιστα σε μία τόσο τραγική συγκυρία όπως η φετεινή. Δεν θυμάμαι όμως κανέναν να κατέκρινε ή να σχολίασε τη θέση αυτή όταν δημοσιεύτηκε ή έστω εκ των υστέρων. Αντίθετα, όσο περισσότερο εγκλιματίζομαι στην ελληνική καλοκαιρινή πραγματικότητα, τόσο τείνω να κατανοήσω γιατί μία τέτοια δήλωση δεν προκαλεί αντιδράσεις ενώ αντίθετα μπορεί να βρει υποστηρικτές. Η ιδιοκτησία και δη η ιδιοκατοίκηση είναι υπέρτατες ελληνικές αξίες ενώ η ανοικοδόμηση στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Κάθομαι στο μπαλκόνι του εξοχικού μου σπιτιού στη Χαλκιδική και χαζεύω την απέναντι βουνοπλαγιά. Πέρσι τον Ιούλιο υπήρχε ένα πυκνό πευκοδάσος. Τον Αύγουστο μεταμορφώθηκε σε ένα φαλακρό βουνό με μαύρους κορμούς που κάπνιζαν στάχτη. Φέτος τον Ιούλιο έχει ήδη χτιστεί ένας ολόφρεσκος οικισμός από άσπρα σπίτια με καφέ πέτρα. Τα φώτα που ανάβουν στα μπαλκόνια το βράδυ μαρτυρούν ότι κάποια έχουν ήδη πουληθεί και κατοικούνται.
Πριν από λίγες μέρες βρέθηκα κατά λάθος σε μία θλιβερή παρέα τρέντυ παλίμπαιδων πενηντάρηδων αντρών και γυναικών που έκαναν τις διακοπές τους στη Χαλκιδική. Μαυρισμένοι και αέρινοι κάτω από τα λευκά πουκάμισά τους δυσανασχετούσαν με την πολυκοσμία που έπληξε φέτος τη Χαλκιδική. «Θα βουλιάξει το πόδι σε λίγο από τον κόσμο!» χαριτολογούσαν. «Με τι ασχολείστε;», ρώτησα με την άνεση που μου δίνει η κοινωνιολογική μου ιδιότητα. Είμαστε εργολάβοι, απάντησε η γυναίκα ενός ζευγαριού. Είμαστε πολλά χρόνια εδώ και έχουμε χτίσει πολλούς οικισμούς. Τώρα χτίζουμε έναν οικισμό πριν τo Παλιούρι, μετά τα καμμένα, και κάτι βίλες στη Μυκόνο. Αλλά έχουμε κολλήσει στην πολεοδομία. Ψάχνουμε κάποιον να μεσολαβήσει στον Αλογοσκούφη να δώσει στους εργαζόμενους τις αυξήσεις που ζητάνε ώστε να σταματήσει η απεργία. Αλήθεια εσύ έχεις κάποιον γνωστό;»
Ανήμπορη να αρθρώσω λόγο ξέσπασα σε δυνατά γέλια.

buzz it!

5.7.07

X.T.

Πριν από λίγες μέρες που ετοιμαζόμουν να έρθω στην Ελλάδα πίστευα ότι η επιτόπια επαφή μου με την ελληνική πραγματικότητα θα κάλυπτε το κενό που λόγω φόρτου εργασίας απέκτησα σε σχέση με τα γεγονότα της ελληνικής επικαιρότητας τον τελευταίο μήνα. Ανυπομονούσα να πιάσω στα χέρια μου μια τυπωμένη εφημερίδα και να τη διαβάσω από την αρχή μέχρι το τέλος, μένοντας λίγο παραπάνω στα άρθρα εκείνα που συνήθως αποκλείονται από την ηλεκτρονική της έκδοση. Ήθελα ακόμα, να διαβάσω αναδρομικά τις εφημερίδες των τελευταίων ημερών, να δω τηλεόραση, να ακούσω ραδιόφωνο και να ξεφυλλίσω περιοδικά. Πίστευα ότι μέσω αυτού του μιντιακού brainstroming θα έβρισκα την έμπνευση να γράψω όσα ποστ δεν κατάφερα να συντάξω ένα μήνα τώρα.
Εις μάτην... Από την εφημερίδα που με κόπο προσάρτησα κατά τη διάρκεια της πτήσης μου, μέχρι τις εφημερίδες που με κόπο διάβασα σήμερα στο beach bar, έμπνευση δε βρήκα. Η πυρκαγιά στην Πάρνηθα αφάνισε στο διάβα της το μεγαλύτερο μέρος των εγχώριων και εισαγώμενων ειδήσεων - της τρομοκρατικής επίθεσης στο Λονδίνο συμπεριλαμβανομένης, που σχολιάστηκε εκτεταμένα από τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό τύπο.
Αναγκάζομαι, λοιπόν, να σχολιάσω εδώ τη μόνη ειδήση που βρήκα και τη μόνη είδηση που δεν ήθελα. Η φωτιά στην Πάρνηθα φιγουράρει εδώ και δέκα μέρες ως πρώτη - και πολλές φορές ως μόνη - είδηση της ελληνικής επικαιρότητας σε όλα τα μέσα επικοινωνίας σημειώνοντας νέο εθνικό ρεκόρ μεταλόγου πυρκαγιάς και αγγίζοντας ταυτόχρονα πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα ύψη οικολογικής κινδυνολογίας και ηθικολογίας (ίσως ο εκφοβισμός να είναι τελικά ο μόνος τρόπος να αποκτήσουμε ατομικά και συλλογικά οικολογική συνείδηση).
Βέβαια, παρ'όλο που η οπτική γωνία προσέγγισης του γεγονότος από τα ΜΜΕ μου φαίνεται αρκετά διευρυμένη σε σχέση με αντίστοιχες παρελθόντων πυρκαγιών, δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το γνωστό ιστοριογραφικό δίπολο αιτίες - συνέπειες. Μπορεί να δίνεται για πρώτη φορά τόσο μαζικά ο λόγος σε αυθεντίες (σε δασολόγους, περιβαλλοντολόγους και επαγγελματίες οικολόγους) αλλά οι προτάσεις που γίνονται είναι συγκυριακές και βραχυπρόθεσμες: μας ενδιαφέρει ποιες είναι οι συνέπειες της συγκεκριμένης πυρκαγιάς και όχι των πυρκαγιών συνολικά, καθώς επίσης και και το τι πρέπει να γίνει στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα. Αντίστοιχα, μας ενδιαφέρει να εντοπιστούν οι αιτίες της συγκεκριμένης πυρκαγιάς (υλικές, πολιτικές, ηθικές) και να αποδοθεί και κάποια συγκεκριμένη πολιτική ευθύνη. Η προσκόλληση όμως αυτή στο συγκεκριμένο - απαραίτητη κατά τα άλλα για την αναγνώριση και την αποκατάσταση της ζημιάς - δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η πυρκαγιά της Πάρνηθας είναι ένα εξαιρετικό γεγονός, όπως αντίστοιχα εξαιρετικά γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν και οι πυρκαγιές στο Βόλο, τη Χαλκιδική κτλ. Ως εκ τούτου, κάθε πυρκαγιά αναγνωρίζεται και εξετάζεται ως μεμονωμένο περιστατικό και σπάνια εμφανίζεται εγγεγραμμένη σε ένα θερινό ελληνικό χωροχρονικό συνεχές πυρκαγιών που θα έπρεπε να μας απασχολήσει ως τέτοιο.
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η κινητοποίηση του κόσμου που ξεκινάει κάθε φορά την επαύριο της πυρκαγιάς. Μόνο που αυτή τη φορά η κινητοποίηση εμφανίζεται κάπως εμπλουτισμένη. Ένα μήνα μετά τη διαδικτυακή διαμαρτυρία στη μνήμη της Αμαλίας, οι Έλληνες μπλόγκερ σπέυδουν να συνδράμουν στην αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαγιά, ως ομάδα αυτόνομη και ανεξάρτητη, που δεν προσδιορίζεται από την οικολογική της ευαισθησία ή την πολιτικοποίηση της, παρά μόνο από την κοινή ιδιότητα των μελών της να διατηρούν ιστολόγιο. Η ιδιότυπη αυτή σύσταση μιας κοινότητας μπλόγκερ που προβαίνει σε πολιτική δράση είναι κάτι πρωτοφανές. Το πιο ενδιαφέρον δε στην κινητοποίησή τους είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να δηλώσουν την οικολογική τους συνείδηση για να δικαιολογήσουν το ενδιαφέρον τους για το μέλλον του δρυμού - εξάλλου δεν συντάσσονται με τους υπόλοιπους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως οικολόγοι, φίλοι του περιβάλλοντος ή ο,τιδήποτε άλλο - ούτε την προτίμησή τους σε κάποιο πολιτικό κόμμα ή σε οποιαδήποτε άλλης μορφής παράταξη, παρά επιλέγουν να αυτοαποκαλούνται μπλόγκερ και να δρουν ως τέτοιοι. Η επίκληση της ιδιότητας του μπλόγκερ αποκτά έτσι μια διπλή λειτουργία και μία καινούρια σημασία. Η πρώτη λειτουργία αφορά το εσωτερικό της κοινότητας και στοχεύει στην ενοποίηση των μελών της στη βάση της κοινής τους ιδιότητας. Η δεύτερη αφορά το εξωτερικό της κοινότητας και στοχεύει στη διαφοροποίησή της από άλλες κοινότητες, όπως π.χ. από τους οικολόγους. Ο οικολόγος μπλόγκερ επιλέγει να δράσει ως μπλόγκερ και όχι ως οικολόγος. Ταυτόχρονα, ο μη οικολόγος μπλόγκερ επιλέγει κι αυτός να δράσει παρόλο που δεν είναι οικολόγος.
Η ιδιότητα του μπλόγκερ παίρνει έτσι μια έντονα πολιτική διάσταση, σημαντικά διαφοροποιημένη από την παραδοσιακή πολιτική δράση. Ο μπλόγκερ δε χρειάζεται να δηλώσει οικολόγος, ή φιλάνθρωπος ή ευαισθητοποιημένος και πολιτικοποιημένος πολίτης, για τον πολύ απλό λόγο ότι η ιδιότητα του μπλόγκερ χρησιμοποιείται σημαίνοντας όλα τα παραπάνω: ευαισθησία απέναντι στην αδικία, στράτευση για την καταπολέμησή της, επιθυμία για δράση πέρα από παραδοσιακές πολιτικές κατηγορίες. 'Ετσι, η ομολογία του μπλόγκινγκ αποκτά αυτόματα μία αυτόνομη βαρύτητα, επαρκή από μόνη της να εξηγήσει τη δέσμευση στη δράση. Το πόσο μακριά τώρα, μπορεί να πάει αυτή η κινητοποίηση και πόσο μπορεί να διαρκέσει η ομοιογένεια στο εσωτερικό της κοινότητας των μπλόγκερ είναι κάτι που θα φανεί στην πορεία.




Υ.Γ. Κάποια στιγμή αποφάσισα να κλείσω την εφημερίδα και να στρέψω την προσοχή μου στην ελληνική μουσική παραγωγή των τελευταίων μηνών. Παίρνω λοιπόν ένα τυχαίο cd από τη στίβα με τις ολοκαίνουριες αγορές μου και ακούω το ακόλουθο ρεφραίν: Μα ακούς τι λέγεται/ Η Ελλάδα καίγεται/ και τα βράδυα κλαίγεται μέσα απ'το γυαλί/ μην ακούς τι λέγεται / η Ελλάδα καίγεται/ και αυτοί που θα τη σώσουν είναι μόνο οι τρελοί.

buzz it!

8.6.07

Δημόσιες καταγγελίες και ηθικές υποθέσεις (Από το homo sucker στο homo sacer)

Η κατάσχεση του έργου της Εύας Στεφανή και η σύλληψη του γκαλερίστα Μιχάλη Αργυρού της Art Athina ήρθαν μόλις λίγες μερές μετά τις καταγγελίες για το περιεχόμενο της εκπομπής «je t’aime» της Αννίτας Πάνια. Δύο γεγονότα που μοιάζουν μεταξύ τους σχεδόν όσο διαφέρουν. Δύο ανώνυμες καταγγελίες με αφορμή το ηθικό (και όχι το αισθητικό) περιεχόμενο δύο διαφορετικών καλλιτεχνικών εκφράσεων, σε δύο διαφορετικούς χώρους που είχαν ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν οι κρατικοί μηχανισμοί ελέγχου και καταστολής (ΕΣΡ, Αστυνομία) φέρνοντας τους «ενόχους» ενώπιον της δικαιοσύνης και τα «έργα» τους ενώπιον της δημόσιας κρίσης. Ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις η επίδικη συμπεριφορά είναι η ίδια: ο εξευτελισμός αυτού που θεωρείται ιερό. Στη μια περίπτωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην άλλη περίπτωση των εθνικών συμβόλων. Για να κατανοήσουμε τις δύο αυτές υποθέσεις, που ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα, χρειάζεται να παρακολουθήσουμε τη θέση που πήραν οι δύο πλευρές (των κατηγόρων και των κατηγορουμένων) και να αναρωτηθούμε αν τα επιχειρήματά τους θεμελιώνονται ή όχι. Θα ασχοληθώ εδώ με την υπόθεση του je t’aime γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο, κυρίως λόγω των πολιτικών της προεκτάσεων.
Μια ταλαντούχα TV περσόνα, που έθεσε τους όρους της ελληνικής trash τηλεοπτικής παραγωγής και που πετυχαίνει ολοένα και υψηλότερες ακροαματικότητες, τίθεται υπό εξέταση με την κατηγορία ότι στην εκπομπή της εκμεταλλεύεται ανθρώπους με αναπηρία προσβάλλοντας την αξιοπρέπειά τους. Οι εν λόγω δε άνθρωποι είναι, σύμφωνα με τους καταγγέλοντες, ανήμποροι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ακριβώς εξαιτίας της αναπηρίας τους, και έχουν ανάγκη από έξωθεν υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Την θέση αυτή υιοθέτησαν οι σύλλογοι που εκπροσωπούν τα δικαιώματα των αναπήρων και υποστηρίχτηκαν στη Βουλή με την ερώτηση που κατέθεσε ο βουλευτής του Συνασπισμού Θανάσης Λεβέντης. Από την άλλη μεριά τώρα, υπάρχει η θέση των ίδιων των ενδιαφερόμενων ατόμων, που έρχεται κυρίως ως απάντηση στην παραπάνω κατηγορία. «Ολοι εμείς που συμμετέχουμε στην εκπομπή», λέει ο Κωνσταντίνος Παρασκευάς, «δεν βγήκαμε από κανένα ίδρυμα ούτε και μας "μαζέψανε" από κάποιο άσυλο. Αυτά είναι γελοία πράγματα και μας θίγουν. Είμαστε μέλη της κοινωνίας, με οικογένειες, δουλειές, φίλους όπως κι εσείς. Το να θεωρείτε ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα είναι λυπηρό και άστοχο. Σας ενοχλεί η εικόνα μου, το ότι δεν είμαι σαν παρουσιαστής ειδήσεων, το ντύσιμό μου, η προφορά μου; Τι απ’όλα θεωρείτε υποβαθμισμένο;» Ταυτόχρονα, ο Θανάσης Ηλίας λέει: «Είμαι 39 χρόνων κι εργάζομαι ως υπάλληλος στα ΤΕΙ Αθήνας. Εχω εκπληρώσει τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις κι έχω δουλέψει και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θεωρώ ότι είναι πολύ άσχημο και βαριά προσβλητικό για εμένα, τους συγγενείς και τους φίλους μου να διαδίδεται στον κόσμο ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα, ότι χρειάζομαι παρακολούθηση και ότι με εκμεταλλεύεται και με γελοιοποιεί η κυρία Πάνια ή οποιοσδήποτε άλλος».
Το πρώτο πράγμα που μπορούμε να παρατηρήσουμε σε αυτή τη διαμάχη είναι ότι ο ισχυρισμός της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας χρησιμοποιείται εξίσου και από τα δύο στρατόπεδα. Από τη μια μεριά, οι εκπρόσωποι των αναπήρων κατηγορούν την Πάνια και το κανάλι για εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης αναπηρίας και από την άλλη, οι ενδιαφερόμενοι –φερόμενοι ως ανάπηροι– κατηγορούν συλλήβδην τους καταγγέλοντες για τον ισχυρισμό της αναπηρίας τους. Σύμφωνα με τους τραγουδιστές του je t’aime, η ανθρώπινη τους αξιοπρέπεια προσβάλλεται όταν δεν τους αναγνωρίζεται η υγεία τους και η ικανότητα τους να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, και όχι όταν τραγουδάνε και εκτίθενται με τη συγκατάθεσή τους στην τηλεοπτική εκπομπή.
Δεύτερον, το επιχείρημα του εξευτελισμού στη βάση της αναπηρίας θέτει ένα βασικό ερμηνευτικό πρόβλημα και γρήγορα οδηγεί σε λογικό κενό. Η λογική του είναι η εξής: «Πρέπει να παρέμβουμε και να «σώσουμε» τους ανάπηρους που εξευτελίζονται, και οι οποίοι εξευτελίζονται ακριβώς επειδή είναι ανάπηροι». Αν όμως, δεχτούμε τελικά ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν νοητική υστέρηση και ότι αντίθετα έχουν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους – κάτι που είναι πολύ λογικό εξάλλου, μιας και η υποτιθέμενη υστέρησή τους δεν είναι αναγνωρίσιμη παρά μόνο από το ίδιο το γεγονός ότι δέχονται να «εξευτελιστούν» – τότε, η απαίτηση των καταγγελόντων να πάψει ο δημόσιος «εξευτελισμός» των αναπήρων δεν μπορεί να στηριχτεί. Οδηγούμαστε λοιπόν να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: Μας ενοχλεί ο εξευτελισμός των αναπήρων, που ως ανάπηροι είναι απροστάτευτοι και ανυπεράσπιστοι, ή μας ενοχλεί ο εξευτελισμός γενικά; Και αν απαντήσουμε θετικά στο δεύτερο σκέλος, τότε τι συμβαίνει στην περίπτωση που το αντικείμενο του εξευτελισμού τον υπόκειται με την ίδια τη συγκατάθεσή του (γιατί μπορεί να βρίσκει π.χ. κάποιου είδους ηδονή σε αυτό τον εξευτελισμό ή κάποιο άλλο υλικό όφελος, όπως χρήματικό κέρδος); Πρέπει και σε αυτή την περίπτωση να παρέμβει μία εξωτερική αρχή με στόχο να βάλει την αξία της αξιοπρέπειας πάνω από την αξία της ατομικής ελευθερίας;
Το ερώτημα αυτό ανοίγει το δρόμο σε δύο διαφορετικά ηθικά και πολιτικά ενδεχόμενα. Το ένα δίνει προτεραιότητα στην αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα στις διάφορες αρχές του κράτους να λειτουργούν ως πρακτικές αυθεντίες παρεμβαίνοντας όπου χρειάζεται και υποδεικνύοντας ή απαγορεύοντας ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές. Το άλλο αναγνωρίζει ως ανώτερη την αξία της ατομικής ελευθερίας, αφήνοντας τους ανθρώπους να δρουν σύμφωνα με τη δική τους βούληση στη βάση της ατομικής τους αυτονομίας. Σε ένα θεωρητικό επίπεδο, το πρώτο ενδεχόμενο αντανακλά το μοντέλο ένος κράτους πατερναλιστικού, το δεύτερο ενός κράτους φιλελεύθερου. Σε επίπεδο όμως πραγματικής πολιτικής διακυβέρνησης, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Σχεδόν όλες οι σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες έχουν υιοθετήσει ένα «ανάμικτο» μοντέλο, φιλελεύθερο όταν πρόκειται για την ιδιωτική ζωή των ατόμων και πατερναλιστικό όταν πρόκειται για δημόσιες εκφράσεις και συμπεριφορές.
Τα όρια όμως του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου είναι δύσκολο να καθοριστούν σαφώς, με αποτέλεσμα η κρατική παρέμβαση να επεκτείνεται πολύ συχνά πέρα από το δημόσιο χώρο της αρμοδιότητάς της. Ενδεικτικά αναφέρω μία περίφημη υπόθεση της γαλλικής νομολογίας, στην οποία ο δήμαρχος μιας πόλης εξέδωσε διοικητική πράξη εις βάρος μίας ντισκοτέκ που απασχολούσε ένα νάνο τον οποίο οι θαμώνες του μαγαζιού είχαν τη δυνατότητα να πετούν ως ανθρώπινη μπάλα πάνω από τα τραπέζια τους. Παρά τη διαβεβαίωση του νάνου ότι ό ίδιος είχε επιλέξει να κάνει αυτή τη δουλειά μιας και δεν ένιωθε να εξευτελίζεται ενώ ταυτόχρονα του επέτρεπε να βγάζει πολλά χρήματα, η ντισκοτέκ αναγκάστηκε να τον απολύσει. Ο νάνος φυσικά δήλωσε περισσότερο εξευτελισμένος με την απόφαση αυτή, γιατί του στερούσε το δικαίωμά του να εργάζεται και τον αντιμετώπιζε ως ανίκανο να αποφασίζει για τον εαυτό του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο η περίπτωση του ζεταίμ όσο και η υπόθεση του νάνου εγγράφονται σε μία γενικότερη προσπάθεια των σύγχρονων δημοκρατιών να υπερασπίζονται την αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, προσπάθεια που όμως τελικά αποτυγχάνει. Γιατί, αντί να εξαλείφονται οι ιδιαιτερότητες που εγκαθιδρύουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, οι ιδιαιτερότητες αυτές τονίζονται και επιδεικνύονται σε τέτοιο βαθμό, που όχι μόνο δεν οδηγούν στην εξάλειψη των διαφορών, αλλά επιπλέον οδηγούν στη νομιμοποίησή τους. Το ελάττωμα και η αναπηρία δεν αντιμετωπίζονται ως απλές ανθρώπινες καταστάσεις ανάμεσα σε τόσες άλλες, παρά σαν καταστάσεις εξαιρετικές, σχεδόν ιερές, τις οποίες πρέπει πάση θυσία να προστατεύσουμε ως έχουν. Οι «ανάπηροι» του je t’aime, που φαίνονται να διαφορποιούνται από τα στάνταρ της ανθρώπινης κανονικότητας, γίνονται τα προνομιούχα αντικείμενα της «ανθρωπιάς» του κράτους, το οποίο αναλαμβάνει να τα φροντίσει με τρόπο ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Η «χαζομάρα» τους ιεροποιείται, με αποτέλεσμα, έτσι ιεροποιημένη, να μην μπορεί να πειραχτεί ή να αμφισβητηθεί.
Υπάρχει όμως και ένας ποιοτικός παράγων ο οποίος μου φαίνεται καίριος και στον οποίο έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε. Αφορά την έννοια του εξευτελισμού και τη δυσκολία που έχουμε να την προσδιορίσουμε. Ο εξευτελισμός είναι κάτι που μπορεί να βιώνουμε συχνά στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, όταν π.χ. κάποιος μας επιπλήτει ή μας εκθέτει δημόσια, όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την ανωτερότητά του για να επιβληθεί κτλ. Τα περιστατικά όμως αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την κρατική παρέμβαση. Για να βρούμε λοιπόν πότε αυτή είναι νομιμοποιημένη, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε μία ποιοτική ανάλυση του νοήματός του. Ας μιλήσουμε με παραδείγματα. Γιατί στην περίπτωση του νάνου που τα βράδυα μεταμορφώνεται σε ανθρώπινη μπάλα η κρατική παρέμβαση νομιμοποιείται ενώ αντίθετα στον νάνο που παίζει π.χ. τον Άριελ, το ξωτικό, στην Τρικυμία του Σαίξπηρ δεν τίθεται καν θέμα παρέμβασης; Και στις δύο περιπτώσεις, οι νάνοι χρησιμοποιούν την ιδιαιτερότητά τους για να βιοποριστούν, εκτίθενται, γίνονται θέαμα και χειροκροτούνται. Και απ’ότι λένε, και οι δύο επέλεξαν μόνοι τους να κάνουν αυτοί τη δουλειά και είναι ευχαριστημένοι. Που ξεκινάει λοιπόν, ο εξευτελισμός και που τελειώνει; Γιατί στην μία περίπτωση το σώμα του νάνου θεωρείται ότι γίνεται αντικείμενο εξευτελισμού ενώ στην άλλη αντικείμενο τέχνης; Και τελικά πότε αρχίζει το δικαιώμα του φιλελεύθερου κράτους να γίνεται πατερναλιστικό και να παρεμβαίνει στη φιλελεύθερη «σχέση που έχει το άτομο με τον εαυτό του»;
Τελικά η συσχέτιση του εξευτελισμού, ως ανήθικης πράξης, με μία αντίληψη για την αισθητική είναι αναπόφευκτη. Οι ανθρώπινες συμπεριφορές αξιολογούνται σχεδόν όπως τα έργα τέχνης. Κάποιες είναι απρόβλεπτες, προκλητικές και άρα λογοκρίνονται, κάποιες είναι αναμενόμενες, κανονικές και άρα επιτρέπονται. Τόσο το je t’aime όσο και το video αρτ της Εύας Στεφανή εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία. Σοκάρουν, το ένα για τον «οπισθοδρομισμό» του, το άλλο για το ριζοσπαστισμό του. Αλλά κυρίως σοκάρουν, όχι επειδή υπάρχουν, αλλά γιατί πάντα θα υπάρχει κόσμος που θα θέλει να τα δει και θα του αρέσουν. Και ενώ στην περίπτωση του αυτόβουλου εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε ίσως και να θεωρηθεί δικαιολογημένη, στην περίπτωση της τέχνης δε δικαιολογείται ποτέ.

buzz it!